Η πτώση
Στη μέση ενός πυκνού δάσους περπατούσε ένας ταξιδευτής.
Δεν γνώριζε με ακρίβεια πού θα κατέληγε η διαδρομή του. Ήξερε μόνο ότι έπρεπε να συνεχίσει να προχωρά.
Κάποια στιγμή, το έδαφος υποχώρησε κάτω από τα πόδια του.
Ο ταξιδευτής έπεσε μέσα σε μια βαθιά τρύπα.

Σηκώθηκε ζαλισμένος και κοίταξε γύρω του. Τα τοιχώματα ήταν απότομα, το χώμα σαθρό και η επιφάνεια βρισκόταν πολλά μέτρα ψηλότερα.
Προσπάθησε να σκαρφαλώσει.
Έβαλε τα χέρια του στο χώμα, πάτησε πάνω σε μικρές πέτρες και πιάστηκε από τις ρίζες που προεξείχαν. Κάθε φορά όμως που κατάφερνε να ανέβει λίγο, το έδαφος υποχωρούσε και εκείνος έπεφτε ξανά στον πάτο.
Προσπάθησε άλλη μία φορά.
Και άλλη μία.
Μέχρι που τα χέρια του γέμισαν πληγές και οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν.
Κοίταξε προς τα πάνω και φώναξε:
— Βοήθεια! Είναι κανείς εκεί;
— Βοήθεια! Είναι κανείς εκεί;
Για αρκετή ώρα δεν ακούστηκε τίποτα.
Ύστερα, μέσα στη σιωπή του δάσους, ακούστηκαν βήματα.
Ο Ευεργέτης
Ένας καλοντυμένος άνθρωπος πλησίασε την άκρη της τρύπας και κοίταξε προς τα κάτω.
Ήταν ο Ευεργέτης.
— Βοήθησέ με, φίλε μου! φώναξε ο ταξιδευτής. Έχω πέσει εδώ μέσα και δεν μπορώ να βγω.
Ο Ευεργέτης άνοιξε τον σάκο του, έβγαλε ένα όμορφο, καλοφτιαγμένο σκοινί και το πέταξε μέσα στην τρύπα.
Το σκοινί ξετυλίχθηκε στον αέρα.
Ο ταξιδευτής σηκώθηκε και άπλωσε τα χέρια του.
Δεν μπορούσε να το φτάσει.
Η άκρη του σταματούσε έξι μέτρα πάνω από το κεφάλι του.

— Το σκοινί σου είναι καλό, του είπε. Αλλά δεν φτάνει μέχρι εμένα. Χρειάζομαι άλλα έξι μέτρα.
— Το σκοινί σου είναι καλό, του είπε.
Αλλά δεν φτάνει μέχρι εμένα. Χρειάζομαι άλλα έξι μέτρα.
Ο Ευεργέτης κοίταξε το σκοινί του.
Ύστερα κοίταξε τον ταξιδευτή.
— Αυτό το σκοινί έχω, απάντησε. Αυτό μπορούσα να σου προσφέρω.
— Ναι, αλλά δεν μπορώ να το πιάσω.
— Εγώ έκανα αυτό που μπορούσα. Σου έδωσα το σκοινί μου. Περισσότερο δεν μπορώ να κάνω.
Ο Ευεργέτης μάζεψε το σκοινί του, το τακτοποίησε προσεκτικά μέσα στον σάκο του και συνέχισε τον δρόμο του.
Έφυγε ικανοποιημένος.
Είχε προσφέρει τη βοήθειά του.
Το αν η βοήθεια είχε φτάσει μέχρι τον άνθρωπο ήταν, για εκείνον, ένα διαφορετικό ζήτημα.
Ο ταξιδευτής έμεινε ξανά μόνος.
Ο Φιλόσοφος
Μετά από λίγο ακούστηκαν και πάλι βήματα.
Ένας δεύτερος άνθρωπος πλησίασε την τρύπα.
Ήταν ο Φιλόσοφος.
Στάθηκε στην άκρη, έσκυψε προς τα εμπρός και παρατήρησε προσεκτικά τον ταξιδευτή.
— Βοήθησέ με! του φώναξε εκείνος. Δεν μπορώ να βγω.
Ο Φιλόσοφος έβαλε το χέρι στο πιγούνι του και άρχισε να εξετάζει τα τοιχώματα.

— Νομίζω ότι το αντιμετωπίζεις με λάθος τρόπο, είπε.
— Τι εννοείς;
— Κοίταξε εκείνη την πέτρα στα δεξιά σου. Εγώ θα πατούσα πρώτα εκεί. Μετά θα έπιανα εκείνη τη ρίζα, θα μετέφερα το βάρος μου προς τα αριστερά και θα ανέβαινα στην προεξοχή.
Ο ταξιδευτής κοίταξε την πέτρα.
— Την έχω ήδη δοκιμάσει. Μόλις πατήσεις πάνω της, φεύγει το χώμα.
— Τότε πρέπει να πατάς με λάθος τρόπο.
— Μπορεί. Όμως είμαι κουρασμένος, τα χέρια μου είναι πληγωμένα και δεν καταλαβαίνω πώς να κάνω αυτό που μου λες.
Ο Φιλόσοφος συνέχισε:
— Το σημαντικό είναι να εμπιστευτείς τη διαδικασία. Πρώτα σηκώνεις το δεξί πόδι, έπειτα τεντώνεις το αριστερό χέρι και μετά μεταφέρεις σταδιακά το κέντρο βάρους σου.
— Μπορείς να με βοηθήσεις να το κάνω;
Ο Φιλόσοφος έμεινε για λίγο σιωπηλός.
— Εγώ μπορώ να σου εξηγήσω τη σωστή μέθοδο. Εσύ πρέπει να την εφαρμόσεις.
— Εγώ μπορώ να σου εξηγήσω τη σωστή μέθοδο. Εσύ πρέπει να την εφαρμόσεις.
— Δεν έχω τις γνώσεις σου. Δεν έχω την εμπειρία σου. Και από εδώ κάτω η διαδρομή δεν φαίνεται όπως φαίνεται από εκεί πάνω.
Ο Φιλόσοφος αναστέναξε.
— Σου είπα ακριβώς τι πρέπει να κάνεις. Από εκεί και πέρα, η ευθύνη είναι δική σου.
Και συνέχισε τον περίπατό του μέσα στο δάσος, φιλοσοφώντας για το πόσο δύσκολο είναι να βοηθήσεις έναν άνθρωπο που δεν ακολουθεί σωστά τις οδηγίες.
Ο Τσαρλατάνος
Η ώρα περνούσε.
Ο ταξιδευτής καθόταν πλέον στον πάτο της τρύπας, με την πλάτη ακουμπισμένη στο χώμα.
Τότε εμφανίστηκε ένας τρίτος άνθρωπος.
Ήταν ο Τσαρλατάνος.
Πλησίασε την άκρη, κοίταξε μέσα και άρχισε να γελά.
— Τι κάνεις εκεί κάτω;
— Έπεσα και δεν μπορώ να βγω.
Ο Τσαρλατάνος κούνησε το κεφάλι του.
— Εγώ δεν θα έπεφτα ποτέ σε μια τέτοια τρύπα.
Ο ταξιδευτής δεν απάντησε.
Ο Τσαρλατάνος έσκυψε, πήρε μια πέτρα από το έδαφος και την πέταξε μέσα.
Η πέτρα χτύπησε κοντά στα πόδια του ταξιδευτή.

— Γιατί το έκανες αυτό; τον ρώτησε.
Ο Τσαρλατάνος γέλασε ξανά.
Δεν είχε σκοινί.
Δεν είχε μέθοδο.
Δεν είχε εμπειρία.
Δεν είχε ούτε τη διάθεση να κατέβει πιο κοντά.
Το μόνο που μπορούσε να προσφέρει σε έναν άνθρωπο που βρισκόταν ήδη στον πάτο ήταν μία ακόμη πέτρα.
Το μόνο που μπορούσε να προσφέρει
σε έναν άνθρωπο που βρισκόταν ήδη στον πάτο ήταν μία ακόμη πέτρα.
Και αυτό ακριβώς έκανε.
Ύστερα έφυγε, ευχαριστημένος που είχε βρει μια ιστορία να διηγηθεί στους επόμενους ταξιδιώτες που θα συναντούσε.
Ο Μηχανικός
Το φως άρχισε να λιγοστεύει.
Ο ταξιδευτής είχε πλέον σταματήσει να φωνάζει.
Πίστευε ότι κανείς δεν θα ερχόταν.
Τότε άκουσε ξανά βήματα.
Ήταν πιο αργά και πιο βαριά από τα προηγούμενα.
Ένας τέταρτος άνθρωπος πλησίασε την τρύπα και κοίταξε προς τα κάτω.
Ήταν ο Μηχανικός.
Δεν μίλησε αμέσως.
Παρατήρησε τα τοιχώματα, το σαθρό χώμα, τις πέτρες που είχαν μετακινηθεί και τις πληγές στα χέρια του ταξιδευτή.
— Πόσο καιρό βρίσκεσαι εκεί κάτω; τον ρώτησε.
— Δεν ξέρω. Προσπαθώ να βγω, αλλά κάθε φορά το χώμα υποχωρεί.
— Πού έχεις δοκιμάσει να πατήσεις;
Ο ταξιδευτής τού έδειξε τα σημεία.
— Εκείνη η πέτρα φεύγει. Η ρίζα στα αριστερά σπάει. Και σε εκείνο το σημείο το χώμα φαίνεται σκληρό, αλλά από κάτω είναι κενό.
Ο Μηχανικός έσκυψε και εξέτασε καλύτερα το εσωτερικό της τρύπας.
Ύστερα άφησε κάτω τον σάκο του.
Και πήδηξε μέσα.

Ο ταξιδευτής σηκώθηκε τρομαγμένος.
— Τι έκανες; Είσαι τρελός; Γιατί πήδηξες εδώ κάτω; Τώρα παγιδευτήκαμε και οι δύο!
Ο Μηχανικός σηκώθηκε, τίναξε το χώμα από τα ρούχα του και τον κοίταξε.
— Μην ανησυχείς. Έχω βρεθεί ξανά σε μια τρύπα σαν αυτή.

— Και ξέρεις πώς θα βγούμε;
Ο Μηχανικός κοίταξε γύρω του.
— Γνωρίζω πώς χτίζονται σκαλοπάτια. Τη διαδρομή όμως θα πρέπει να τη βρούμε εδώ, πάνω σε αυτό το έδαφος.
— Γνωρίζω πώς χτίζονται σκαλοπάτια.
Τη διαδρομή όμως θα πρέπει να τη βρούμε εδώ, πάνω σε αυτό το έδαφος.
Άνοιξε τον σάκο του και έβγαλε μερικά απλά εργαλεία.
— Πρώτα θα εξετάσουμε τι αντέχει. Μετά θα φτιάξουμε ένα σκαλοπάτι. Θα το δοκιμάσουμε και, αν υποχωρήσει, θα καταλάβουμε γιατί και θα το ξαναχτίσουμε.
Ο ταξιδευτής τού έδειξε μια πλευρά της τρύπας.
— Εκεί το χώμα είναι πιο σταθερό. Το κατάλαβα όταν προσπάθησα να ανέβω.
Ο Μηχανικός πλησίασε και το εξέτασε.
— Ωραία. Τότε ήδη γνωρίζεις κάτι για αυτή την τρύπα που εγώ δεν γνωρίζω.
— Ωραία. Τότε ήδη γνωρίζεις κάτι για αυτή την τρύπα που εγώ δεν γνωρίζω.
Τα σκαλοπάτια
Άρχισαν να δουλεύουν.

Ο ταξιδευτής έσκαβε το χώμα.
Ο Μηχανικός το στερέωνε με πέτρες και ξύλα.
Κατασκεύασαν το πρώτο σκαλοπάτι.
Ο Μηχανικός πάτησε πάνω του.
Το χώμα υποχώρησε και το σκαλοπάτι κατέρρευσε.
Ο ταξιδευτής τον κοίταξε απογοητευμένος.
— Απέτυχε.
Ο Μηχανικός γονάτισε και εξέτασε το σημείο.
— Όχι. Τώρα γνωρίζουμε ότι αυτό το χώμα δεν αντέχει το βάρος χωρίς στήριξη.
— Όχι. Τώρα γνωρίζουμε ότι αυτό το χώμα δεν αντέχει το βάρος χωρίς στήριξη.
Άλλαξαν τον τρόπο κατασκευής και προσπάθησαν ξανά.
Αυτή τη φορά το σκαλοπάτι άντεξε.
Έφτιαξαν το δεύτερο.
Ύστερα το τρίτο.
Σε κάποια σημεία ο Μηχανικός γνώριζε τι έπρεπε να κάνουν.
Σε άλλα, ο ταξιδευτής γνώριζε καλύτερα το έδαφος, επειδή είχε περάσει ώρες προσπαθώντας μόνος του.
Κάποιες φορές ο ένας κρατούσε τα εργαλεία και ο άλλος έσκαβε.
Κάποιες φορές ο ένας στήριζε το σκαλοπάτι και ο άλλος ανέβαινε για να το δοκιμάσει.
Έκαναν λάθη.
Γκρέμισαν κομμάτια που είχαν ήδη κατασκευάσει.
Άλλαξαν διαδρομή.
Μέτρησαν ξανά.
Και συνέχισαν.
Τα χέρια τους γέμισαν χώμα.
Τα δάχτυλά τους μάτωσαν.
Όμως, σκαλοπάτι το σκαλοπάτι, η επιφάνεια ερχόταν όλο και πιο κοντά.
Όταν έφτασαν στο τελευταίο, ο ταξιδευτής ανέβηκε πρώτος.
Γύρισε, έσκυψε και άπλωσε το χέρι του στον Μηχανικό.
Ο Μηχανικός το έπιασε και ανέβηκε και εκείνος.
Για λίγη ώρα έμειναν ξαπλωμένοι στο χώμα, κοιτάζοντας τον ουρανό.
Ήταν κουρασμένοι.
Ήταν λερωμένοι.
Ήταν πληγωμένοι.
Αλλά βρίσκονταν έξω.

Ο ταξιδευτής κοίταξε τον Μηχανικό.
— Ευχαριστώ που κατέβηκες να με βοηθήσεις.
Ο Μηχανικός κοίταξε τα σκαλοπάτια που είχαν κατασκευάσει.
— Και εγώ σε ευχαριστώ. Χωρίς όσα είχες ήδη μάθει για το έδαφος, δεν θα είχαμε βρει αυτή τη διαδρομή.
Πριν φύγουν, δεν εγκατέλειψαν την τρύπα.
Ενίσχυσαν τα σκαλοπάτια.
Στερέωσαν όσα σημεία είχαν υποχωρήσει.
Σημάδεψαν τις πέτρες που δεν άντεχαν.
Και στο τελευταίο σκαλοπάτι έδεσαν ένα σκοινί.
Ένα σκοινί αρκετά μακρύ ώστε, αυτή τη φορά, να φτάνει μέχρι τον πάτο.
Ο ταξιδευτής κοίταξε τη διαδρομή που είχαν αφήσει πίσω τους.
— Γιατί δεν φεύγουμε απλώς;
Ο Μηχανικός έκλεισε τον σάκο του.
— Επειδή εμείς καταφέραμε να βγούμε. Ο επόμενος όμως δεν χρειάζεται να ξεκινήσει ξανά από το μηδέν.

— Επειδή εμείς καταφέραμε να βγούμε.
Ο επόμενος όμως δεν χρειάζεται να ξεκινήσει ξανά από το μηδέν.
Και οι δύο συνέχισαν μαζί μέσα στο δάσος.
Ο ένας γνώριζε πλέον πώς χτίζονται τα σκαλοπάτια.
Ο άλλος είχε μάθει ότι καμία μέθοδος δεν παραμένει ίδια όταν συναντά ένα καινούργιο έδαφος.
















